Τετρακόσια πενήντα λουκέτα επιχειρήσεων  μετρά η Θεσσαλονίκη από την αρχή του χρόνου μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου.

Όπως προκύπτει από το μητρώο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, από την αρχή της τρέχουσας χρονιάς μέχρι και τις 30 Σεπτεμβρίου σε αναστολή εργασιών οδηγήθηκαν 450 επιχειρήσεις, ενώ έναρξη πραγματοποίησαν μόλις 273 επιχειρήσεις.

Παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία εννεάμηνου του 2017 είναι βελτιωμένα σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα εντούτοις η αιμορραγία, στην ήδη συρρικνωμένη αγορά, εξακολουθεί να υφίσταται χωρίς να διαφαίνεται αχτίδα φωτός στο τούνελ της ύφεσης.

Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι στο διάστημα Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου της χρονιάς που διανύουμε, κατά μέσο όρο 1,6 επιχειρήσεις αποχαιρέτησαν την ενεργό δράση, αδυνατώντας να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους.

Ωστόσο, και παρά τα δυσοίωνα μηνύματα λίγο πριν την ολοκλήρωση του 2017, θα πρέπει να σημειωθεί ότι την περίοδο Ιανουαρίου- Σεπτεμβρίου του τρέχοντος έτους οι διαγραφές έναντι του αντίστοιχου περσινού διαστήματος, οπότε και έκλεισαν 595, ήταν μειωμένες, σημαντικά, κατά 24%.


Την ίδια ώρα οι εγγραφές των λίγων γενναίων που αποφάσισαν να επιχειρήσουν ήταν αυξημένες έναντι της αντίστοιχης περιόδου του 2016 –πέρυσι έκαναν έναρξη 252- κατά 8,3%.

Αξιοσημείωτο είναι ότι παρά τα συνεχιζόμενα λουκέτα στις ατομικές επιχειρήσεις, οι νεόκοποι στον επιχειρηματικό στίβο κατά την πλειονότητα τους επιλέγουν τις εν λόγω επιχειρήσεις (174 επί συνόλου 273 εγγραφών). Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά το συγκεκριμένο διάστημα ρολά κατέβασαν 328 ατομικές επιχειρήσεις, ενώ ένα χρόνο πριν ο αριθμός τους άγγιζε τις 450.

Ασύμφορες 323 επιχειρήσεις

Ασύμφορες κρίθηκαν 323 επιχειρήσεις, ενώ ένα χρόνο νωρίτερα ο αριθμός των ασύμφορων ήταν 406. «Η αρνητική κατάσταση που επικρατεί στο μικρομεσαίο επιχειρείν, μεταφράζεται μέσα από τις εγγραφές και διαγραφές των βιοτεχνιών της Θεσσαλονίκης.

Η αιμορραγία στον επιχειρηματικό κόσμο συνεχίζεται, η ιδιωτική πρωτοβουλία βυθίζεται και οι ιθύνοντες αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη σφυρίζοντας αδιάφορα και μετατοπίζοντας το δημόσιο διάλογο σε άλλα ζητήματα, συχνά ήσσονος σημασίας» σημειώνει ο πρόεδρος του ΒΕΘ και α΄ αντιπρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Παναγιώτης Παπαδόπουλος.

Υπογραμμίζει ακόμη ότι  «η ακολουθούμενη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης με την ανελέητη φορολαίλαπα και την ανυπαρξία σχεδιασμού για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, καταστρέφει την επιχειρηματικότητα, έχει αρνητικές επιπτώσεις σε κάθε εργαζόμενο, προκαλεί στρέβλωση στη λειτουργία της αγοράς και οδηγεί σε αδιέξοδο και τις υγιείς επιχειρήσεις».

«Αυτό που πρέπει να γίνει κοινός τόπος δανειστών και κυβέρνησης είναι ότι η Ελλάδα θα μπορέσει να μπει σε αναπτυξιακή τροχιά μόνο με στοχευμένες παρεμβάσεις και όχι με υποσχέσεις που δεν τηρούνται και φόρους» αναφέρει ο πρόεδρος του ΒΕΘ, καταλήγοντας ότι «πρέπει να στηριχθεί η ιδιωτική πρωτοβουλία καθώς αυτή προσφέρει θέσεις εργασίας, ενισχύει την παραγωγική διαδικασία και, αναμφίβολα, τα δημόσια έσοδα».

 iefimerida

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.