Ένας στους 10 εργαζόμενους στην Ελλάδα απασχολείται με

μερική απασχόληση, ενώ στην ΕΕ το ποσοστό της μερικής απασχόλησης είναι διπλάσιο (2 στους 10), όπως αναφέρεται στο Εβδομαδιαίο Δελτίο για την Ελληνική οικονομία του Συνδέσμου Επιχειρήσεων και Βιομηχανιών.

Και στις δύο περιοχές οι μερικώς απασχολούμενοι δουλεύουν κατά μέσο όρο 20 ώρες εβδομαδιαίως. Η κλαδική κατανομή της μερικής απασχόλησης δείχνει ότι, και στην Ελλάδα και στην ΕΕ, κλάδοι με μικρότερη μερική απασχόληση είναι οι κλάδοι που συμμετέχει το δημόσιο ή υπάρχει έντονος συνδικαλισμός ή όπου ο ανταγωνισμός είναι περιορισμένος.

Στην μεταποίηση, όπου ο ανταγωνισμός γενικά ανθεί, τα ποσοστά μερικής απασχόλησης είναι πάντως σχετικώς χαμηλά, και σχεδόν στο ίδιο επίπεδο και στην Ελλάδα και στην ΕΕ, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι χρήση μηχανολογικού εξοπλισμού με βάρδιες στην παραγωγική διαδικασία δεν ευνοεί την εργασία με μερική απασχόληση.

«Στην Ελλάδα της κρίσης και της μεγάλης ανεργίας, η μερική απασχόληση αποτελεί μία διέξοδο για επιχειρήσεις που αγωνίζονται να επιβιώσουν σε μια δύσκολη οικονομική συγκυρία δραματικής πτώσης του τζίρου, και που η παραγωγική τους διάρθρωση επιτρέπει αντίστοιχο προγραμματισμό για τις θέσεις εργασίας» όπως σημειώνει ο ΣΕΒ.

Το θετικό, συνεχίζει το δελτίο του συνδέσμου, είναι ότι διασώζονται θέσεις εργασίας που είναι πλέον αρκετές, έστω και με μειωμένη συμμετοχή στην παραγωγή που μπορεί όμως να βελτιωθεί στα πρώτα σημάδια της ανάκαμψης, αλλά η δυσάρεστη εξέλιξη είναι ότι σε κάποιους τομείς της αγοράς, ιδιαίτερα στις λιγότερο οργανωμένες επιχειρήσεις, αναπτύσσονται παράλληλα πολλές φορές, πρακτικές της αδήλωτης ή μερικά αδήλωτης εργασίας.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μείωση του κατώτατου μισθού το 2012 συμπίπτει με σημαντική αύξηση στη μερική απασχόληση στο επόμενο διάστημα, κυρίως στις μικρές επιχειρήσεις, και οδήγησε σε μείωση των μέσων αμοιβών αλλά και της ανεργίας σε ολόκληρη την οικονομία, με ακόμη μεγαλύτερη μείωση των αμοιβών στις μικρές επιχειρήσεις, που χρησιμοποιούν πιο εντατικά τη μερική απασχόληση.

Όταν η οικονομία αρχίσει να ανακάμπτει, υπογραμμίζει ο ΣΕΒ, θα μπορέσει να υπάρξει μια αύξηση του κατώτατου μισθού και συνακόλουθα των μέσων αμοιβών σε ποσοστό αντίστοιχο με την βελτίωση της παραγωγικότητας. Σε διαφορετική περίπτωση, διακινδυνεύεται η ίδια η ανάκαμψη της οικονομίας και, ως εκ τούτου, πρέπει να αποφευχθεί.

Επίσης στο ίδιο ενημερωτικό δελτίο του ΣΕΒ αναφέρονται ακόμη τα εξής: Εντός των στόχων ήταν η εκτέλεση του προϋπολογισμού το α’ τρίμηνο του 2017, με τα έσοδα να εμφανίζουν σημαντική υστέρηση έναντι του στόχου λόγω της μη καταβολής τον Μάρτιο (καταβλήθηκε τον Απρίλιο) του αντιτίμου για την παραχώρηση των περιφερειακών αεροδρομίων, γεγονός το οποίο έχει επηρεάσει το πρωτογενές πλεόνασμα.

Ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο +1,7% τον Μάρτιο του 2017, κυρίως λόγω της αύξησης των φόρων κατανάλωσης και των τιμών καυσίμων. Ωστόσο, η θετική μεταβολή των τιμών από τον Δεκέμβριο του 2016 καταδεικνύει αυξημένη ζήτηση στην οικονομία.

Η προετοιμασία για την τουριστική περίοδο φαίνεται ότι έχει αρχίσει να συμβάλλει στη μείωση των εγγεγραμμένων ανέργων που αναζητούν εργασία τον Μάρτιο του 2017, οι οποίοι ωστόσο εξακολουθούν να είναι περισσότεροι σε σύγκριση με τον Μάρτιο του 2016. Ταυτόχρονα, συνεχίζουν να αυξάνονται οι μακροχρόνια άνεργοι που αναζητούν εργασία.

 

Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

loading…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.