Γρεβενά – ΝΕΑ- ΕΙΔΗΣΕΙΣ – news- Grebena live GREVENA TV

O No 1 Ραδιοφωνικός σταθμός της Δυτικής Μακεδονίας με έδρα τα Γρεβενά

O Deliveras έγινε «Γρεβενιώτης»

Η απελευθέρωση της Δεσκάτης και των Γρεβενών (Του ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΒΗΤΤΟΥ Υποστρατήγου ε.α. )

Οκτώβριος 13th, 2013 by Χρήστος Μίμης

Πρόταση αλλαγής της ημερομηνίας εορτασμού της απελευθέρωσης της πόλης των Γρεβενών – Δήμαρχοι της πόλης των Γρεβενών μέχρι το 1922- Τα Γρεβενά την πρώτη δεκαετία μετά την απελευθέρωση – Γυμνάσιο και δημοτικά σχολεία…

Α΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1912-1913

Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος 1912-13 αποτελεί σημαντικό σταθμό στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας. Μεγάλα εδαφικά διαμερίσματα του Ελληνισμού απελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό και ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό. Η Μακεδονία, η Ήπειρος και τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου αποτέλεσαν τις «Νέες Χώρες» της Ελλάδας.

Μετά την ατυχή έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οι ελληνικές κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι χωρίς καλά οργανωμένο και άριστα εκπαιδευμένο στρατό, δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Καθοριστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και στη δημιουργία ενός αξιόμαχου και ετοιμοπόλεμου στρατού έπαιξε κυρίως η επανάσταση του 1909 και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Την εποχή εκείνη η Τουρκία εξακολουθούσε να είναι ακόμη ισχυρή και η πολιτική των ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν ευνοούσε οποιαδήποτε αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος (status quo) στην περιοχή. Με τα δεδομένα αυτά η Ελλάδα προέβλεπε ότι, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η Τουρκία έπρεπε να δράσει από κοινού με τα λοιπά χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής (Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο), τα οποία είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την απελευθέρωση των υπόδουλων ομοεθνών τους. Η Ελλάδα, για να προετοιμαστεί έγκαιρα για τις επικείμενες επιχειρήσεις, κήρυξε γενική επιστράτευση στις 17 Σεπτεμβρίου 1912. Με την ευκαιρία της επιστράτευσης έσπευσαν να καταταγούν και πολλοί Έλληνες εθελοντές που ζούσαν στο εξωτερικό καθώς και αρκετοί φιλέλληνες, με αποτέλεσμα να καλυφθούν σχεδόν όλες οι ελλείψεις των μονάδων σε προσωπικό, να συγκροτηθούν ανεξάρτητα τμήματα με αποστολή τη διασφάλιση και φρούρηση των κατεχόμενων εδαφών, να δημιουργηθούν διάφορα σώματα προσκόπων και το Σώμα Γαριβαλδινών.

Πρόσκοποι ονομάστηκαν τότε εκείνοι που δεν ήταν υπόχρεοι σε στράτευση και κατατάχθηκαν εθελοντικά. Οι εθελοντές αυτοί, αφού έδωσαν τον όρκο του στρατιώτη και οργανώθηκαν σε ξεχωριστά τμήματα (σώματα), με επικεφαλής αξιωματικούς ή οπλαρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα, εντάχθηκαν στο Στρατό Θεσσαλίας και στο Στρατό Ηπείρου, αναλαμβάνοντας διάφορες αποστολές.

Για την καλύτερη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και λόγω της διαμόρφωσης του γεωγραφικού χώρου, η δύναμη του στρατού που προέκυψε από την επιστράτευση, κατανεμήθηκε σε δύο μέρη και έτσι συγκροτήθηκε ο Στρατός Θεσσαλίας και ο Στρατός Ηπείρου.

Ο Στρατός Θεσσαλίας, με διοικητή το διάδοχο Κωνσταντίνο, περιλάμβανε το Γενικό Στρατηγείο, επτά μεραρχίες (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V, VI, VII), μία ταξιαρχία ιππικού, τέσσερα τάγματα ευζώνων, την Υπηρεσία Μετόπισθεν και τέσσερα αεροσκάφη τύπου Farman. Από τα τάγματα ευζώνων σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα αποσπάσματα, το πρώτο με διοικητή το συνταγματάρχη μηχανικού Στέφανο Γεννάδη (1ο και 4ο τάγματα) και το δεύτερο τον αντισυνταγματάρχη μηχανικού Κωνσταντίνο Κωνσταντινόπουλο (2ο και 6ο τάγματα). Συνολικά ο Στρατός Θεσσαλίας είχε δύναμη 100.000 άνδρες και ήταν  συγκεντρωμένος στην περιοχή της Λάρισας.

Ο Στρατός Ηπείρου, με διοικητή τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, περιελάμβανε το Στρατηγείο και μία μεραρχία δύναμης 10.500 ανδρών (αργότερα ονομάστηκε VΙΙΙ Μεραρχία). Είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή της Άρτας.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το ελληνικό Πολεμικό  Ναυτικό κυριαρχούσε στο βόρειο Αιγαίο, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζει τη μεταφορά ενισχύσεων του τουρκικού στρατού από την ασιατική Τουρκία προς το μέτωπο της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Διάταξη τουρκικού στρατού

Ο τουρκικός στρατός που είχε αντιπαραταχθεί στα θεσσαλικά σύνορα, στις 4 Οκτωβρίου είχε την ακόλουθη διάταξη:

Σε πρώτη γραμμή, στην περιοχή Γρεβενά – Δεσκάτη – Ελασσόνα – Καρυά υπήρχαν 12 τάγματα πεζικού, 1 ίλη ιππικού και 4 πυροβολαρχίες.

Σε δεύτερη γραμμή, στην περιοχή Σέρβια – Κοζάνη, υπήρχαν 12 τάγματα πεζικού, 2 ίλες ιππικού και 3 πυροβολαρχίες.

Οι παραπάνω δυνάμεις, σύμφωνα με την εκτίμηση του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου, είχαν τη δυνατότητα να ενισχυθούν από την περιοχή Μοναστηρίου με 15 τάγματα πεζικού, 4 ίλες ιππικού και 12 πυροβολαρχίες και από τη Θεσσαλονίκη με 4 τάγματα πεζικού, 5 ίλες ιππικού και 17 πυροβολαρχίες.

Η δύναμη του  τουρκικού στρατού που μπορούσε να αντιταχθεί στην προέλαση του Στρατού Θεσσαλίας ανερχόταν σε 35.000 άνδρες.

Η διάσπαση της τοποθεσίας του Σαρανταπόρου

Ο διοικητής του Στρατού Θεσσαλίας αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος, έχοντας την εξουσιοδότηση του πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου, εξέδωσε στις 4 Οκτωβρίου 1912 γενική διαταγή επιχειρήσεων, η οποία καθόριζε ότι από το πρωί της 5ης Οκτωβρίου θα άρχιζε η προέλαση των στρατιωτικών τμημάτων από την περιοχή Ελασσόνας – Δεσκάτης.

Έτσι, οι μεραρχίες και τα ανεξάρτητα αποσπάσματα άρχισαν από το πρώτο φως της 5ης Οκτωβρίου να προελαύνουν πέρα από τα σύνορα. Εξουδετέρωσαν αρχικά τα τουρκικά φυλάκια της ελληνοτουρκικής μεθορίου και απώθησαν τις προφυλακές του εχθρού. Μέχρι τις 6 Οκτωβρίου είχαν απελευθερωθεί η Ελασσόνα και η Δεσκάτη.

Ο επόμενος σοβαρός αντικειμενικός σκοπός του Γενικού Στρατηγείου ήταν η εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου με κατά μέτωπο επίθεση και ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια, από τα δύο πλευρά.

Τη «φύσει» οχυρή τοποθεσία του Σαρανταπόρου οι Τούρκοι την είχαν ενισχύσει με σειρά ορυγμάτων μάχης και είχαν αποφασίσει να αντιτάξουν εκεί σθεναρή άμυνα.

Η επίθεση του ελληνικού στρατού άρχισε το πρωί της 9ης Οκτωβρίου, με την ισχυρή υποστήριξη του πυροβολικού. Ακολούθησε σκληρός και αιματηρός αγώνας που διήρκεσε όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι, απειλούμενοι να κυκλωθούν, υποχρεώθηκαν τη νύχτα 9/10 Οκτωβρίου να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Σέρβια – Κοζάνη. Ο ελληνικός στρατός συνέχισε την καταδίωξη και την επομένη απελευθέρωσε τα Σέρβια.

Η νίκη από τη μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε μεγάλης σπουδαιότητας για την αναπτέρωση του ηθικού του ελληνικού στρατού μετά την ηττοπάθεια που είχε επικρατήσει εξαιτίας του πολέμου του 1897. Απέδειξε ότι ο εχθρός δεν ήταν σε θέση να αμυνθεί αποτελεσματικά και να αντισταθεί στην ορμητικότητα των Ελλήνων. Το επιθετικό πνεύμα και η πίστη για τη νίκη κυριάρχησαν από την αρχή μέχρι το τέλος της μάχης. Για την εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και αρκετές θυσίες, όπως απέδειξαν οι απώλειες σε αξιωματικούς και οπλίτες.

Απελευθέρωση Δεσκάτης (6 Οκτωβρίου 1912)

Τη Δεσκάτη και τα Γρεβενά απελευθέρωσε το ανεξάρτητο Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη (1ο και 4ο Τάγματα Ευζώνων), το οποίο είχε αποστολή να δράσει στο άκρο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.

Η σύνθεση του Αποσπάσματος ήταν η ακόλουθη:

Διοίκηση-Επιτελείο

Διοικητής: Συνταγματάρχης μηχανικού Στέφανος Γεννάδης

Επιτελείο: Δύο αξιωματικοί του μηχανικού, ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Γεωργιάδης και ο  υπολοχαγός Γεώργιος Αφθονίδης.

Μονάδες

         1ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής αντισυνταγματάρχης πεζικού Ιωάννης Καμπούρης.

·        4ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής ταγματάρχης πεζικού Βασίλειος Βέλλος.

·        Διμοιρία Πολυβόλων

·        Ομάδα ιππικού (10 ιππείς) με επικεφαλής υπαξιωματικό.

Η δράση του εξελίχθηκε ως εξής: 

Στις 5 Οκτωβρίου προήλασε από το χωριό Κονισκός προς το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) Καλαμπάκας και μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών εξεδίωξε τις απογευματινές ώρες την τουρκική φρουρά από τον μεθοριακό σταθμό και κατέλαβε τον αυχένα στα βόρεια του χωριού, διατηρώντας ανοιχτό το δρομολόγιο από Τσούκα προς Δεσκάτη.

Το Γενικό Στρατηγείο το μεσημέρι της 5ης Οκτωβρίου έδωσε διαταγή στο Απόσπασμα να κινηθεί από Τσούκα προς Δεσκάτη και να καταλάβει μεταξύ του χωριού Παρασκευής και Δεσκάτης αυχένα, διευκολύνοντας την κίνηση της Ταξιαρχίας Ιππικού.

Επίσης έδωσε διαταγή στην Ταξιαρχία Ιππικού να ξεκινήσει την 0700 ώρα από το Πραιτώρι και να κατευθυνθεί δια μέσου Συκιάς – Κεφαλόβρυσου – υψώματος 853 προς Δεσκάτη υποστηρίζοντας την ενέργεια του Αποσπάσματος. Η Ταξιαρχία όμως, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες (στενό δρομολόγιο επί μήκους πέντε χιλιομέτρων κλπ.), δεν έφθασε στον προορισμό της την καθορισθείσα ώρα, οπότε την ευθύνη για την απελευθέρωση της Δεσκάτης την επωμίσθηκε εξ ολοκλήρου το Απόσπασμα Γεννάδη.

Στις 6 Οκτωβρίου και ώρα 0700 το Απόσπασμα Γεννάδη άρχισε να κινείται από το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) προς τη Δεσκάτη. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, γιατί τα υψώματα κοντά στη Δεσκάτη καλύπτονταν από πυκνή ομίχλη.

Ο εχθρός κατείχε με ένα τάγμα πεζικού των 700 ανδρών το ευρισκόμενο νότια της κωμόπολης ύψωμα Τρέτιμος (Τρετίμ Τεπέ), το οποίο είχε οργανώσει με ενισχυμένα ορύγματα μάχης. Όταν τα ελληνικά τμήματα πλησίασαν σε απόσταση χιλίων περίπου μέτρων αντιλήφθηκαν την εχθρική αμυντική διάταξη και αμέσως αναπτύχθηκαν για επίθεση ως εξής:

Το 4ο Τάγμα Ευζώνων στη δεξιά κατεύθυνση, με τη μια διλοχία προς το ύψωμα Τρέτιμος και την άλλη προς τον αυχένα ανατολικά του υψώματος.

Το 1ο Τάγμα  Ευζώνων στην αριστερή κατεύθυνση, με μια διλοχία προς τον αυχένα δυτικά του υψώματος Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, ενώ διέθεσε ένα λόχο στο αριστερό της διλοχίας με αποστολή να υπερκεράσει τον εχθρό από αριστερά. Ένας λόχος κρατήθηκε πίσω από τα μαχόμενα τμήματα ως εφεδρεία του Αποσπάσματος.

Τα κινούμενα κατά μέτωπο τμήματα  στις 0900 δέχτηκαν πυρά από μεγάλη απόσταση, αλλά δεν ανέκοψαν την κίνησή τους και συνέχισαν με κανονικό ρυθμό την επιθετική τους ενέργεια.

Τα τουρκικά τμήματα, δεχόμενα ισχυρή πίεση κατά μέτωπο και από τα πλευρά αναγκάστηκαν μετά από μάχη τεσσάρων ωρών να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Λαζαράδες και Σέρβια. Επί του πεδίου της μάχης έπεσαν νεκροί ο λοχαγός Δημοσθένης Μανουσάκης και ο στρατιώτης Κωνσταντίνος Βεργίνης.

Το Απόσπασμα Γεννάδη, αφού κατέλαβε το ύψωμα Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, κινήθηκε ταχύτατα προς Δεσκάτη, όπου έγινε με ενθουσιασμό δεκτό από τους κατοίκους.

Τις δύο επόμενες ημέρες (7 και 8 Οκτωβρίου) παρέμεινε στον ίδιο χώρο (Δεσκάτη – Παρασκευή), αναμένοντας διαταγές για την περαιτέρω δράση του.

Στις 9 Οκτωβρίου διέσχισε το  βουνό Βουνάσα και κινήθηκε προς Λουζιανή (Ελάτη) και πόρο Ζάβορδας με σκοπό να εξασφαλίσει το πέρασμα από εκεί της V Μεραρχίας, η οποία ενεργούσε κυκλωτική ενέργεια στο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.

Η V Μεραρχία κινούμενη στις 9 Οκτωβρίου από το χωριό Λουτρός προς τον Αλιάκμονα συνάντησε σοβαρή εχθρική αντίσταση στο χωριό Λαζαράδες και συνεπλάκη με τον εχθρό. Το Απόσπασμα, όταν άκουσε τους πυροβολισμούς κινήθηκε προς Λαζαράδες, για  να ενισχύσει τη Μεραρχία. Ο αγώνας διεξήχθη με σκληρότητα και πείσμα και από τις δύο πλευρές. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας επωφελούμενοι του σκότους και της ραγδαίας βροχής εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και υποχώρησαν ανενόχλητοι προς Κοζάνη.

Οι απώλειες του Αποσπάσματος ήταν νεκροί αξιωματικοί 3, οπλίτες 22. Μεταξύ των νεκρών αξιωματικών ήταν και ο λοχαγός του 1ου Τάγματος Ευζώνων Ευστάθιος Κατσιώτης.

Απελευθέρωση Γρεβενών (15 Οκτωβρίου 1912)

Στις 10 Οκτωβρίου ο διοικητής του  Αποσπάσματος κινήθηκε από Λαζαράδες προς τη Μονή Ζιδανίου (ΒΔ του χωριού Μικρόβαλτου), όπου παρέμεινε επί διήμερο (11 και 12 Οκτωβρίου), αναμένοντας διαταγές. Το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου έλαβε από τα Σέρβια τη διαταγή του διαδόχου Κωνσταντίνου για κατάληψη της πόλης των Γρεβενών. Η διαταγή αυτή περιείχε τα παρακάτω πληροφοριακά στοιχεία:

Μετά την ήττα στα Στενά του Σαρανταπόρου ο εχθρός υποχώρησε προς διάφορες κατευθύνσεις.

·        Η Ταξιαρχία Ιππικού κατέλαβε στις 11 Οκτωβρίου χωρίς αντίσταση την Κοζάνη.

·        Η Στρατιά θα διερχόταν στις 13 Οκτωβρίου τον Αλιάκμονα και θα προήλαυνε προς Βορρά.

·        Το Απόσπασμα (Γεννάδη) με τμήμα της τηλεγραφικής υπηρεσίας να προελάσει προς Γρεβενά και αρχικά μέχρι τη Σιάτιστα, για να καθαρίσει την περιοχή από τα υπάρχοντα εγκατεσπαρμένα μικρά  εχθρικά τμήματα και να εξασφαλίσει τις συγκοινωνίες και τα νώτα της Στρατιάς.

Για την υλοποίηση της αποστολής αυτής ο συνταγματάρχης Γεννάδης έπρεπε να έχει υπόψη του τα εξής:

1)      Να συνδεθεί τηλεγραφικά με το Στρατηγείο, για να υπάρχει συνεχής επαφή.

2)      Οι μονάδες του να τρέφονται από τους επιτόπιους πόρους επιτάσσοντας τα αναγκαία εφόδια και μεταγωγικά μέσα.

3)      Ο ανεφοδιασμός σε πυρομαχικά και υγειονομικό υλικό θα γινόταν από Καλαμπάκα – Βελεμίστι (Αγιόφυλλο).

4)      Στις καταλαμβανόμενες από το Απόσπασμα πόλεις θα εγκαθιστούσε την ανάλογη φρουρά ασφάλειας. Για το σκοπό αυτό υπήρχαν στη διάθεσή του τα ευρισκόμενα στο Βελεμίστι τμήματα στρατού του εσωτερικού, τα οποία μπορούσε από τη στιγμή εκείνη να τα δίνει απευθείας διαταγές.

5)      Ως διοικητής του Αποσπάσματος ήταν εξουσιοδοτημένος να διορίζει τις πολιτικές αρχές των απελευθερωμένων εδαφών, οι οποίες θα διοικούσαν την περιοχή ευθύνης τους σύμφωνα με τα ισχύοντα μέχρι τώρα.

Προώθηση Ίλης Ιππικού για συλλογή πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη των Γρεβενών

Στο μεταξύ η Ταξιαρχία Ιππικού είχε διατάξει στις 9 Οκτωβρίου μία ίλη της, δυνάμεως 137 ανδρών, να ενεργήσει αναγνώριση προς τα Γρεβενά. Η ίλη αυτή αφού ανέτρεψε τις μικροαντιστάσεις που συνάντησε από μεμονωμένες ομάδες Τούρκων στο Καρπερό και στο Φελί έφθασε στις νότιες παρυφές της πόλης (υψώματα Αγίας Παρασκευής) τις πρώτες βραδινές ώρες της ίδιας ημέρας.

Ένας διοικητής ουλαμού με τέσσερις ιππείς διατάχθηκε να πλησιάσει την πόλη και να αναφέρει για την επικρατούσα κατάσταση. Η πόλη ήταν θεοσκότεινη. Τα μόνα κτίρια που είχαν φως ήταν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο (στη θέση που είναι σήμερα η Σχολή Αστυφυλάκων), ο στρατώνας και ένα μόνο «λουξ» έφεγγε στην πλατεία.

Η ίλη διανυκτέρευσε στο Καλαμίτσι κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες (χιονόνερο και δριμύ ψύχος). Το ίδιο βράδυ ο διοικητής της ίλης έστειλε επιστολή με τον ιερέα του χωριού στις τουρκικές αρχές Γρεβενών και ζητούσε να του παραδώσουν την πόλη. Οι Τούρκοι όχι μόνο αρνήθηκαν αλλά το πρωί της επομένης (10 Οκτωβρίου) με επικεφαλής τον Μπεκήρ αγά και 600 περίπου οπλισμένους Οθωμανούς, επιτέθηκαν στην ίλη και την ανάγκασαν να συμπτυχθεί προς τον Αλιάκμονα.

Ο διοικητής της ίλης, επιστρέφοντας στην έδρα της Ταξιαρχίας Ιππικού (περιοχή Σερβίων), πέρασε από τη Μονή Ζιδανίου και ενημέρωσε το συνταγματάρχη Γεννάδη για την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη.

Το ξημέρωμα της 13ης Οκτωβρίου το Απόσπασμα Γεννάδη ξεκίνησε από τη Μονή Ζιδανίου και το βράδυ έφθασε στο Ζημνιάτσι (Παλιουριά) Γρεβενών, όπου διανυκτέρευσε. Το επόμενο βράδυ διανυκτέρευσε στο Φελί. Εκεί έφθασαν τη νύχτα απεσταλμένοι του μητροπολίτη Γρεβενών Αιμιλιανού Δάγγουλα και διαφόρων προυχόντων της πόλης, οι οποίοι ανέφεραν στο διοικητή του Αποσπάσματος ότι τουρκικός στρατός εγκατέλειψε την πόλη και ότι αυτή ήταν έτοιμη να παραδοθεί στον ελληνικό στρατό.

 Δράση εθελοντικών σωμάτων Κρητών

Περίπου 15 εθελοντικά σώματα [προσκόπων] Κρητών, με δύναμη από 20-50 άνδρες το καθένα, έφθασαν από την έναρξη του πολέμου και μέχρι 15 Οκτωβρίου στο Αγιόφυλλο Καλαμπάκας (ελληνοτουρκικά σύνορα), για να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις της Δυτικής Μακεδονίας. Αρχηγός όλων αυτών ήταν ο λοχαγός Γεώργιος Κατεχάκης.

Από το Αγιόφυλλο τα σώματα προήλασαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Μερικά από αυτά έφθασαν στις 12 Οκτωβρίου  στη Σιάτιστα, την οποία είχαν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και την απελευθέρωσαν.

Τρία σώματα, με αρχηγούς τους Μιχαήλ Τσόντο, Μανώλη Νικολούδη και Ιωάννη Μαυρογένη, κατευθύνθηκαν προς το Κηπουριό, για να επιτεθούν εναντίον του ευρισκόμενου εκεί τουρκικού σταθμού. Τον βρήκαν όμως άδειο, καθώς οι Τούρκοι είχαν πληροφορηθεί για την επικείμενη επίθεση και τον εγκατέλειψαν έγκαιρα.. Από εκεί κατευθύνθηκαν προς το τουρκοχώρι Πηγαδίτσα και αφόπλισαν τους κατοίκους.

 Αίτηση μητροπολίτη Γρεβενών για κατάληψη της πόλης από τον ελληνικό στρατό

Στις 14 Οκτωβρίου ο μητροπολίτης Γρεβενών Αιμιλιανός Δάγγουλας ενημέρωσε εγγράφως τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές Τρικάλων ότι οι Τούρκοι στρατιώτες εγκατέλειψαν τα Γρεβενά και ζητούσε την επέμβαση του ελληνικού στρατού για κατάληψη της πόλης.

Τα τηλεγραφήματα που επιβεβαιώνουν το γεγονός αυτό ήταν τα ακόλουθα:

(1) Τηλεγράφημα Νομαρχίας Τρικάλων προς Γενικό Στρατηγείο

Τρίκκαλα 14-Χ-12, ώρα 11 π.μ. Γενικόν Στρατηγείον

Εις εν Βελεμιστίω διαμένοντα Ανθυπολοχαγόν Μαντζάρην εκομίσθη υπό τριών πολιτών Μακεδόνων επίσημον έγγραφον Μητροπολίτου Γρεβενών Αιμιλιανού, διευθυνόμενον προς ημέτερον αξιωματικόν τμήματος Βελεμιστίου λέγον ότι Τούρκοι στρατιώται και πολλοί Μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν τα Γρεβενά.

Νομαρχών Τρικκάλων Κ ο ν τ ό π ο υ λ ο ς

(2) Τηλεγράφημα Ι Αναπληρωματικής Μεραρχίας προς Γενικό Στρατηγείο

Λάρισα 14-Χ-12, ώρα 1.30΄ π.μ. Γενικόν Στρατηγείον

Πρώτον Τάγμα 24 Πεζικού Συντάγματος τηλεγραφεί ημίν εκ Καλαμπάκας εξής: Γνωρίσατέ μας, παρακαλούμεν εις ποίον μέρος ευρίσκεται Συνταγματάρχης Γεννάδης καθ’ όσον δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν το μέρος. Μητροπολίτης Γρεβενών ειδοποιεί ότι τα Γρεβενά εξεκενώθησαν εκ του Τουρκικού Στρατού και αιτεί δύναμιν προς κατάληψιν.

Ι  Αναπληρωματική Μεραρχία. Κ ό ρ α κ α ς

 

Προέλαση Αποσπάσματος Γεννάδη για την κατάληψη των Γρεβενών

Το πρωί της 15ης Οκτωβρίου, ημέρα Δευτέρα, άρχισε η προέλαση του Αποσπάσματος από το Φελί  προς τα Γρεβενά. Ο 2ος λόχος/1ου Τάγματος ορίστηκε ως εμπροσθοφυλακή της φάλαγγας.

Γύρω στις 1000 ώρα οι μονάδες του αποσπάσματος βρίσκονταν στα υπερκείμενα στη νότια πλευρά της πόλης υψώματα Αγίας Παρασκευής και Προφήτη Ηλία. Στη συνέχεια προωθήθηκαν για εξερεύνηση δύο λόχοι, οι οποίοι, καθώς δεν συνάντησαν εχθρική αντίσταση κατέλαβαν θέσεις γύρω από την πόλη και εφάρμοσαν μέτρα περιμετρικής άμυνας. Τότε συγκεντρώθηκε η υπόλοιπη δύναμη και εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη έχοντας επικεφαλής τις πολεμικές σημαίες των Ταγμάτων.

Σημειώνουμε εδώ ότι, μετά την αναχώρηση του τουρκικού στρατού και μέχρι την άφιξη του Αποσπάσματος Γεννάδη είχε σχηματιστεί η προσωρινή διοικητική επιτροπή της πόλης Γρεβενών αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτη Αιμιλιανό Δάγγουλα, τους προύχοντες Νικόλαο Κουσίδη, Αθανάσιο Ηλία, Νικόλαο Ζαμκίνο και Δημήτριο Μπούσιο, τον μέχρι τότε καϊμακάμη (έπαρχο) Γρεβενών Αλή Φερουζάν εφένδη και τους μουσουλμάνους βέηδες Βεχήπ εφένδη και Ζουμπέρ εφένδη.

Οι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης με επικεφαλής τον μητροπολίτη Αιμιλιανό Δάγγουλα, τα μέλη της προσωρινής διοικητικής επιτροπής και μεγάλο μέρος των Οθωμανών, με τον πολιτικό διοικητή (καϊμακάμη), εξήλθαν με ζητωκραυγές και χειροκροτήματα να προϋπαντήσουν το στράτευμα καταθέτοντας έκαστος στα χέρια του στρατιωτικού διοικητή την εντολή που είχε από την οθωμανική κυβέρνηση. Ήταν η πρώτη φορά από της εισόδου του ελληνικού στρατού σε κατεχόμενα εδάφη, που Οθωμανοί υποδέχονταν με ενθουσιασμό και χειροκροτήματα τον αντίπαλό τους.

Ίσως αυτή η θερμή υποδοχή από τους Οθωμανούς να οφείλεται στην αντίδραση προς το καθεστώς καταπίεσης και  αυθαιρεσίας που είχε επιβάλει στην περιφέρεια Γρεβενών  ο λοχαγός του τουρκικού στρατού Μπεκήρ αγάς.

Η τηλεγραφική αναφορά που υποβλήθηκε αυθημερόν για την ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου ήταν η εξής:

«Μεσημβρίαν κατέλαβον πόλιν Γρεβενών αμαχητί, του τουρκικού στρατού αποσυρθέντος εις Λειψίσταν  (Νεάπολη) άμα τη αναγγελία της προελάσεως των ημετέρων. Υποδοχή εκ μέρους κατοίκων ανεξαρτήτως θρησκεύματος ενθουσιώδης.

Απόσπασμα Ευζώνων Γ ε ν ν ά δ η ς».

Το Απόσπασμα κατέλαβε με αυτόν τον τρόπο την πόλη, χωρίς να χρειασθεί να δώσει μάχη. Η διοίκηση με τα Τάγματα στάθμευσαν στο χώρο του τουρκικού Νοσοκομείου (εκεί που βρίσκεται σήμερα η Σχολή Αστυφυλάκων), εκτός από τρεις λόχους που εγκαταστάθηκαν για ασφάλεια στα γύρω υψώματα ως εξής:

Ένας λόχος στο Βαρόσι.

Ένας λόχος στα βόρεια υψώματα της πόλης (ύψωμα 610).

Ένας λόχος στα νότια υψώματα της πόλης (υψώματα Αγίας Παρασκευής και Προφήτη Ηλία).

Τις απογευματινές ώρες ζητήθηκε να προωθηθεί από την Καλαμπάκα στα Γρεβενά μια διλοχία του 24 Συντάγματος, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για τη φρούρηση της πόλης και των απελευθερωμένων χωριών. Η διλοχία αυτή καθώς και τα εθελοντικά τμήματα των Κρητών που δρούσαν μέχρι τότε ανεξάρτητα στην περιοχή, τέθηκαν υπό τις διαταγές του Αποσπάσματος.

Αμέσως μετά την κατάληψη της πόλης ο στρατιωτικός διοικητής συνταγματάρχης Στέφανος Γεννάδης κήρυξε το Στρατιωτικό Νόμο και απηύθυνε προς τους κατοίκους της περιφέρειας Γρεβενών προκήρυξη, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου, η οποία σε γενικές γραμμές ανέφερε τα εξής:

·        Καταλαμβάνω την πόλη των Γρεβενών και ολόκληρη την πέριξ ύπαιθρο χώρα, και από σήμερα ισχύουν σ’ αυτή οι Νόμοι του Ελληνικού Κράτους.

·        Ως υπεύθυνος στρατιωτικός διοικητής για την κατάληψη των Γρεβενών έχω εξουσιοδοτηθεί από τον αρχηγό του Στρατού Θεσσαλίας διάδοχο Κωνσταντίνο να αναλάβω τη διοίκηση της περιφέρειας με απεριόριστη δικαιοδοσία.

·        Με την ιδιότητά μου αυτή προσκαλώ όλους τους κατοίκους να αναγνωρίσουν το νέο καθεστώς και να υποταχθούν στους Νόμους του Ελληνικού Κράτους.

·        Καταλύω τις μέχρι τώρα οθωμανικές αρχές, συγκεντρώνοντας όλες τις αρμοδιότητες στο πρόσωπό μου, επιφυλασσόμενος να διορίσω το συντομότερο στα διάφορα αξιώματα εκείνους που θα έκρινα κατάλληλους.

·        Απαγορεύω απολύτως στους κατοίκους να φέρουν όπλα, εκτός από αυτούς που έχουν τη νόμιμη άδεια και δίνω εντολή στους κατέχοντες παράνομο οπλισμό να τον παραδώσουν στη στρατιωτική υπηρεσία, γιατί διαφορετικά θα συλληφθούν και θα τιμωρηθούν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα υπό του Στρατιωτικού Νόμου.

·        Η ελεύθερη εξάσκηση των θρησκευτικών καθηκόντων, η ασφάλεια της τιμής, της ζωής και της περιουσίας, καθώς και η τάξη και η ησυχία των πολιτών αποτελούν για τη στρατιωτική διοίκηση δικαιώματα σεβαστά και δεν πρόκειται να θιγούν.

·        Προσκαλώ τους κατοίκους να επιδοθούν απερίσπαστοι στα έργα τους και να μην ανησυχούν, γιατί οι ελληνικοί Νόμοι και η εποπτεία των στρατιωτικών αρχών θα τους εξασφαλίσουν την απρόσκοπτη εκτέλεση των καθηκόντων τους.

·        Κάθε παράπονο οιουδήποτε πολίτη μπορεί να υποβληθεί στο επιτελείο της στρατιωτικής διοίκησης μέχρι της εγκαθίδρυσης των αρμοδίων αρχών. Και η προκήρυξη κατέληγε με την ευχή:

·         «Είη ο ύψιστος αρωγός εις το έργον ημών».

Για να μην υπάρχει κενό εξουσίας, ο συνταγματάρχης Γεννάδης, την επόμενη ημέρα (16 Οκτωβρίου) διόρισε Δήμαρχο της πόλης το δικηγόρο Νικόλαο Κουσίδη και οκτώ δημοτικούς συμβούλους (5 Έλληνες και 3 Οθωμανούς).

Η σύνθεση του πρώτου Δημοτικού Συμβουλίου της απελευθερωμένης πόλης των Γρεβενών ήταν:

Δήμαρχος: Νικόλαος Κουσίδης. Αντικατέστησε τον Οθωμανό δήμαρχο Βεχήπ εφέντη.

Μέλη Δημοτικού Συμβουλίου: Κωνσταντίνος Ζαρκοδήμος, Αθανάσιος Ηλίας, Νικόλαος Ζαμκίνος, Σπύρος Ευθυμιάδης, Δημήτριος Μπούσιος, Καζαφέρ εφένδης Ζομπέρ εφένδης και Κιαμήλ Χαμήτ εφένδης. Επίσης διορίστηκε ως γιατρός του Δημαρχείου ο Αλέξανδρος Παπαλεξίου.

Υποβολή ψηφίσματος Δημοτικού Συμβουλίου Γρεβενών   

Το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου Γρεβενών συνεδρίασε στις 18 Οκτωβρίου 1912 υπό την προεδρία του Δημάρχου Ν. Κουσίδου και υπέβαλε στον βασιλιά Γεώργιο Α΄, στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και στο διάδοχο του θρόνου  και αρχιστράτηγο του ελληνικού στρατού Κωνσταντίνο το παρακάτω ψήφισμα: [πρακτικό 3/18.10.12 Δημοτικού Συμβουλίου Γρεβενών]

 

Δήμος Γρεβενών

Ψήφισμα

Το Δημοτικόν Συμβούλιον του Δήμου Γρεβενών συνελθόν σήμερον την 18ην Οκτωβρίου 1912 εν εκτάκτω συνεδριάσει άμα τη οριστική συγκροτήσει του υπό την προεδρίαν του Δημάρχου κυρίου Ν. Κουσίδου

Ψηφίζει ομοφώνως

Υποβάλλει μετά σεβασμού και άκρας αφοσιώσεως προς την Αυτού Μεγαλειότητα τον Βασιλέα των Ελλήνων Γεώργιον τον Α΄, την Αυτού Βασιλικήν Υψηλότητα τον Διάδοχον του Ελληνικού Θρόνου, την Ελληνικήν Κυβέρνησιν και τον Ελληνικόν Στρατόν την ευγνωμοσύνην του Δήμου Γρεβενών δια την εθνικήν αποκατάστασιν και τα συγχαρητήρια δια τας περιφανείς νίκας του Ελληνικού Στρατού μετά της ευχής, όπως τα Ελληνικά όπλα στεφθώσι δια της τελικής θριαμβευτικής νίκης.

Ο Δήμαρχος                                                          Οι Σύμβουλοι

 (υπογραφή)                                                           (υπογραφές)

 

Επίσης ο μητροπολίτης Αιμιλιανός Δάγγουλας απέστειλε προς τον πρωθυπουργό το ακόλουθο τηλεγράφημα:

Ελευθέριον Βενιζέλον

Πρωθυπουργόν

Αθήνας

 

Συγχαίρων θερμώς επί καταλήψει Γρεβενών υπό του Ελληνικού στρατού, απεκδέχομαι παρά του συνετού κυβερνήτου πάντα αγαθά ευνομίας, δικαιοσύνης και ευστόχου διοικήσεως.

Ο Μητροπολίτης Γρεβενών

Αιμιλιανός

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα συνταγματάρχη Στέφανου Γεννάδη

genadisΟ Στέφανος Γεννάδης γεννήθηκε στη Χίο το 1858. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ως ανθυπολοχαγός Μηχανικού το 1881. Λίγο πριν από την έναρξη του Ελληνοτουρκικού Πολέμου του 1897 έγινε μέλος του Υπάτου Συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας και στις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν πολέμησε με το βαθμό του λοχαγού. Αργότερα διετέλεσε (1908-1911) διευθυντής και επιθεωρητής Μηχανικού.

Κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους πολέμησε με το βαθμό του συνταγματάρχη ως διοικητής αρχικά του ανεξαρτήτου Αποσπάσματος Ευζώνων και μετά  της V Μεραρχίας, η οποία πολέμησε υπό τις διαταγές του στον Κόμανο, στο Κιλκίς και στην Τσουμαγιά.

Ο Γεννάδης παρέμεινε διοικητής της V Μεραρχίας με το βαθμό του υποστρατήγου και μετά τη λήξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στη συνέχεια τοποθετήθηκε διοικητής του Δ΄ Σώματος Στρατού (Καβάλα) και προήχθη σε αντιστράτηγο τον Ιούλιο του 1916. Όταν το Ρούπελ και η Ανατολική Μακεδονία καταλήφθηκαν από τους Γερμανοβουλγάρους, και το Δ΄ Σ.Σ. παραδόθηκε στους Γερμανούς και μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς της Γερμανίας, ο ίδιος βρισκόταν με άδεια στην  Αθήνα.

Το 1916-1917 διετέλεσε διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού στην Αθήνα και μετά την έξωση του βασιλιά Κωνσταντίνου και την επικράτηση του Βενιζέλου απομακρύνθηκε από το στράτευμα και εξορίστηκε στη Σαντορίνη.

Μετά την επάνοδο του Κωνσταντίνου (1920) ανέλαβε την αρχηγία της Χωροφυλακής και τον επόμενο χρόνο ορίστηκε Ανώτερος Στρατιωτικός Διοικητής Παλαιάς Ελλάδος, θέση που διατήρησε μέχρι το θάνατό του (Μάιος 1922).

Ο Θάνατος του στρατηγού Στέφανου Γεννάδη

Στις 11 Μαΐου 1922 πέθανε στην Αθήνα ο στρατηγός Στέφανος Γεννάδης, στην κηδεία του οποίου παρέστη ο βουλευτής Γ. Μπούσιος. Επειδή ο Γεννάδης ήταν ο διοικητής του Ανεξαρτήτου Αποσπάσματος Ευζώνων που απελευθέρωσε τα Γρεβενά από τους Τούρκους, το Κοινοτικό Συμβούλιο Γρεβενών, προς τιμή της μνήμης του, αποφάσισε με το υπ’ αριθ. 13/29.5.1922 πρακτικό να ονομασθεί «οδός Γεννάδη» ο δρόμος που οδηγούσε από την πλατεία της αγοράς στο κτίριο της Υποδιοίκησης (Επαρχείου). Δυστυχώς, μερικοί ανιστόρητοι, πολιτικά εμπαθείς και κατώτεροι των περιστάσεων διαχειριστές της εξουσίας, κάποιας δημοτικής αρχής του παρελθόντος, διέγραψαν το όνομα του Γεννάδη από την οδό της πόλης και έδωσαν άλλη ονομασία. Είχα δημοσιεύσει στην εβδομαδιαία εφημερίδα Γρεβενών «Χρονικά Δυτικής Μακεδονίας» (14 Νοεμβρίου 2003, φύλλο 58) την περίπτωση της αδικαιολόγητης αυτής πράξης, αλλά μέχρι σήμερα ουδεμία δημοτική αρχή συγκινήθηκε, για να αποκαταστήσει μια αδικία που εκθέτει την πόλη των Γρεβενών.

Σύντομο βιογραφικό σημείωμα του πρώτου δημάρχου Γρεβενών Νικολάου Κουσίδη 

kousidisΝικόλαος Κουσίδης του Φιλίππου (1862-1914). Γεννήθηκε στο Τσεπέλοβο Ζαγορίου το 1862. Αποφοίτησε από τη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων το 1885. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Αθηνών, από την οποία πήρε πτυχίο το 1890. Εξάσκησε το δικηγορικό του επάγγελμα στα Ιωάννινα μέχρι το 1895.

Στα Γρεβενά εγκαταστάθηκε το 1895, όπου εργάστηκε ως δικηγόρος και έμπορος. Εξυπηρέτησε εθνικά την πόλη και επαρχία Γρεβενών ως Έφορος των σχολείων και ως Δημογέροντας της πόλης μέχρι το 1912.

Για τη δράση του αυτή συνελήφθη στις 13 Μαΐου 1906 μαζί με τους Γεώργιο Μπούσιο, Σπύρο Ευθυμιάδη (δικηγόρο), Θωμά Αθ. Ηλία και Ιωάννη Κιναμιώτη και κλείστηκε στις φυλακές Μοναστηρίου επί 40 ημέρες.

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Δεκεμβρίου 1906 συνελήφθη και πάλι με τον Γεώργιο Μπούσιο και προφυλακίστηκε στο Μοναστήρι μετά από κατάσχεση επιστολών που ανέφεραν δράση ελληνικών σωμάτων, για τις οποίες, οι Τούρκοι υποστήριζαν ότι έφεραν κρυπτογραφικά τις υπογραφές τους, γεγονός που αποδείχθηκε, μετά από γραφολογική εξέταση, ότι δεν ήταν αληθές. Παρόλα αυτά δικάστηκαν και οι δύο στις 17 Φεβρουαρίου 1907 από το Έκτακτο Δικαστήριο Μοναστηρίου και καταδικάστηκαν σε τριετή φυλάκιση, με ψήφους τρεις υπέρ και δύο κατά.

Μετά από 13 μήνες εγκλεισμό στις φυλακές (προφυλάκιση – φυλάκιση), με ενέργεια κυρίως του ευρισκομένου κοντά στο Χιλμή Πασά παρέδρου και αντιπροσώπου των Μεγάλων Δυνάμεων Αυστριακού Αλεξάνδρου Οπενχάιμερ και του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ακυρώθηκε η καταδικαστική απόφαση με έκδοση σουλτανικού Ιραδέ (αυτοκρατορικού διατάγματος) και αποφυλακίστηκαν στις 2 Ιανουαρίου 1908.

Διορίστηκε δήμαρχος Γρεβενών από τον διοικητή του ανεξαρτήτου Αποσπάσματος Ευζώνων συνταγματάρχη Στέφανο Γεννάδη την επομένη της απελευθέρωσης των Γρεβενών (16 Οκτωβρίου 1912).

Τον Ιανουάριο του 1913 διορίστηκε από την ελληνική κυβέρνηση υποδιοικητής (έπαρχος) Σιάτιστας, αλλά επειδή είχε κλονιστεί η υγεία του από τις κακουχίες και τον εγκλεισμό του στις φυλακές πέθανε το Μάιο του 1914 στην Αθήνα, όπου είχε μεταβεί για νοσηλεία.

 

Η κατάληψη του Τσουρχλίου (Αγίου Γεωργίου) από τον Μπεκήρ αγά   

Οι εγκαταλείποντες την πόλη των Γρεβενών Τούρκοι στρατιώτες και άτακτοι Οθωμανοί, ανερχόμενοι περίπου σε πεντακόσιους (500) άνδρες, με επικεφαλής τον Μπεκήρ αγά, οχυρώθηκαν στο χωριό Τσούρχλι (Άγιος Γεώργιος) και απειλούσαν ότι θα επιτεθούν στα ελληνικά τμήματα που κατέλαβαν την πόλη, τρομοκρατώντας παράλληλα τους κατοίκους της υπαίθρου. Εκεί ενισχύθηκαν και από άλλους ένοπλους Οθωμανούς των γύρω χωριών.

Ο συνταγματάρχης Γεννάδης, για να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη απειλή και να εκκαθαρίσει την περιοχή από τα εχθρικά στοιχεία, διέταξε το 1ο Τάγμα Ευζώνων να προελάσει προς τον Άγιο Γεώργιο και να διαλύσει τα εχθρικά τμήματα.

Το μεσημέρι της 16ης Οκτωβρίου το Τάγμα αναχώρησε από τα Γρεβενά και, όταν στις 1715 ώρα έφθασε σε απόσταση τριών χιλιομέτρων νότια του Αγίου Γεωργίου διαπίστωσε ότι διεξαγόταν μάχη μεταξύ του τουρκικού στρατού και δύο εθελοντικών σωμάτων Κρητών, του Μανώλη Νικολούδη και του Ιωάννη Μαυρογένη. Μόλις πλησίασε στο χωριό οι Τούρκοι είχαν απωθήσει τους Κρήτες και η συμπλοκή είχε σταματήσει. Οι οπλαρχηγοί πληροφόρησαν το διοικητή του Τάγματος ότι η εχθρική δύναμη ήταν διπλάσια από αυτή του Τάγματος.

Τότε ο διοικητής του Τάγματος ζήτησε ενισχύσεις από τα Γρεβενά,  για να επιτεθεί το επόμενο πρωί. Ο συνταγματάρχης Γεννάδης αποφάσισε να επιτεθεί το ταχύτερο με όλες τις δυνάμεις του Αποσπάσματος και το πρωί της 17ης Οκτωβρίου έχοντας το 4ο Τάγμα Ευζώνων και ένα σώμα εθελοντών Κρητών έφθασε στην περιοχή του Αγίου Γεωργίου και ενώθηκε με το 1ο Τάγμα. Αμέσως ανέπτυξε τις δυνάμεις του και επιτέθηκε κατά του μετώπου και δεξιού πλευρού του εχθρού. Οι Τούρκοι, μόλις αντιλήφθηκαν την επιθετική διάταξη του Αποσπάσματος, εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και υποχώρησαν εσπευσμένα προς τη Νεάπολη, όπου και εγκαταστάθηκαν αμυντικά. Μόνο το προπορευόμενο σώμα των Κρητών πρόλαβε να συγκρουσθεί μαζί τους και να φονεύσει 12 από αυτούς.

Στη συνέχεια το Απόσπασμα Γεννάδη προχώρησε και κατέλαβε το χωριό. Εκεί βρήκε κατακρεουργημένους τέσσερις Έλληνες, μεταξύ των οποίων τον ιερέα του χωριού (Παπαγιάννη) με τα δύο παιδιά του. Οι Κρήτες, έχοντας την πληροφορία ότι οι Οθωμανοί κάτοικοι του χωριού συμμετείχαν ενόπλως στα τμήματα του Μπεκήρ αγά, για αντεκδίκηση έκαψαν την οθωμανική συνοικία (μαχαλά).

Ο συνταγματάρχης Γεννάδης, αφού εγκατέστησε στον Άγιο Γεώργιο το 1ο Τάγμα Ευζώνων επέστρεψε με το 4ο Τάγμα στα Γρεβενά.

Στις 17 Οκτωβρίου το Απόσπασμα Γεννάδη έλαβε διαταγή του Γενικού Στρατηγείου να κατευθυνθεί δια μέσου Ανασελίτσας (Νεάπολης) προς Καστοριά, εγκαταλείποντας καθ’ οδόν φρουρές, σύμφωνα με τις οδηγίες της 12ης Οκτωβρίου.

Ύστερα από τη διαταγή αυτή, τις απογευματινές ώρες της 18ης Οκτωβρίου, το 1ο Τάγμα του Αγίου Γεωργίου κινήθηκε, για να καταλάβει τη Νεάπολη, εφόσον ο εχθρικός κίνδυνος από την περιφέρεια Γρεβενών είχε πλέον απομακρυνθεί.

Πρόταση αλλαγής της ημερομηνίας εορτασμού της απελευθέρωσης της πόλης των Γρεβενών

Όπως είναι γνωστό η απελευθέρωση της πόλης των Γρεβενών εορτάζεται σήμερα στις 13 Οκτωβρίου. Δεν γνωρίζουμε το σκεπτικό βάσει του οποίου υποβλήθηκε προπολεμικά η πρόταση καθορισμού της ημερομηνίας αυτής. Εκείνο που φαίνεται να συνέβη είναι ότι στις 13 ή 14 Οκτωβρίου πέρασαν από την πόλη δύο – τρία εθελοντικά τμήματα Κρητών (προσκόπων ανιχνευτών), χωρίς να συναντήσουν αντίσταση, γιατί οι Τούρκοι στρατιώτες με τον Μπεκήρ είχαν εγκαταλείψει την πόλη.

Τα τμήματα αυτά δρούσαν μέχρι τότε σαν ανεξάρτητα αντάρτικα σώματα χωρίς έλεγχο και συντονισμό από τον τακτικό στρατό. Και επειδή δεν ήταν καθαρά στρατιωτικά τμήματα γι’ αυτό δεν τους δόθηκε από το Γενικό Στρατηγείο η εξουσιοδότηση να προβαίνουν σε κατάργηση των τουρκικών αρχών. Έτσι οι διοικητικές αρχές των Γρεβενών (καϊμακάμης, δήμαρχος κλπ.), που είχαν παραμείνει στην πόλη, ασκούσαν την εξουσία τους κανονικά μέχρι το πρωί της 15ης Οκτωβρίου.

Και, για να γίνει αυτό πιο κατανοητό, ας πάρουμε ένα απλό παράδειγμα: Έστω ότι ένας πολίτης των Γρεβενών ήθελε στις 14 Οκτωβρίου να προβεί σε κάποια συμβολαιογραφική πράξη αγοραπωλησίας. Στο ερώτημα ποιος θα έβαζε τις σφραγίδες και τις υπογραφές η απάντηση είναι «οι τουρκικές αρχές», αφού δεν είχε καταργηθεί η εξουσία τους. Επομένως δεν μπορούμε να μιλάμε για απελευθέρωση της πόλης στις 13 Οκτωβρίου, όταν την ημέρα αυτή την εξουσία ασκούσε ο εχθρός.

Εξάλλου ο μητροπολίτης Γρεβενών, όπως είδαμε πιο πάνω, από τις 14 Οκτωβρίου ζητούσε επίμονα από τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές Τρικάλων να ενημερώσουν το Γενικό Στρατηγείο για την αποστολή στρατού προς κατάληψη της πόλης, διότι είχε εκκενωθεί από τον τουρκικό στρατό.

Μετά την εξιστόρηση των μέχρι τώρα γεγονότων μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η απελευθέρωση της πόλης των Γρεβενών έγινε στις 15 Οκτωβρίου 1912 για τους εξής λόγους:

Την ημέρα αυτή καταλύθηκαν από τον στρατιωτικό διοικητή οι τουρκικές αρχές, οι οποίες έπαψαν πλέον να ασκούν την εξουσία από την ώρα που εισήλθε στην πόλη ο Ελληνικός Στρατός.

Την ημερομηνία αυτή έγινε γνωστό με επίσημα τηλεγραφήματα στην κυβέρνηση Βενιζέλου ότι απελευθερώθηκαν τα Γρεβενά και ότι άρχισαν να ισχύουν οι Νόμοι του Ελληνικού Κράτους.

Επίσης σ’ ένα άλλο επίσημο έγγραφο [υπ’ αριθ. 168/28.12.1912], το οποίο υπέβαλε στο Υπουργείο των Εξωτερικών ο Διοικητικός Επίτροπος (Έπαρχος) Γρεβενών Α. Ζαβιτσάνος, που αφορά αίτηση συνταξιοδότησης του Μουφτή Γρεβενών Αδέμ εφέντη από το ελληνικό Δημόσιο, αναφέρεται ότι η περιφέρεια Γρεβενών περιήλθε στην εξουσία της Ελληνικής Κυβέρνησης στις 15 Οκτωβρίου 1912.

Ύστερα από τα παραπάνω προτείνουμε όπως η Νομαρχία Γρεβενών μελετήσει το θέμα και προβεί στις δέουσες ενέργειες, ώστε να μετατεθεί η ημερομηνία εορτασμού από 13 στις 15 Οκτωβρίου, για να υπάρχει πλήρης ταύτιση των πραγματικών γεγονότων με την ημερομηνία απελευθέρωσης.

Τα Γρεβενά την πρώτη δεκαετία μετά την απελευθέρωση

Διοικητικές μεταβολές στην πόλη των Γρεβενών

Μετά την απελευθέρωση της περιφέρειας Γρεβενών από τους Τούρκους στις 15 Οκτωβρίου 1912 -και όχι στις 13 Οκτωβρίου που σήμερα γιορτάζεται – στις απελευθερωμένες περιοχές της Μακεδονίας διατηρήθηκε για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα η ίδια διοικητική δομή που ίσχυε επί τουρκοκρατίας.

Έτσι, τα Γρεβενά παρέμειναν Δήμος, ο οποίος εκτός από την πόλη είχε στη δικαιοδοσία του και τους οικισμούς Μπούρα (Δοξαρά), Κυρακαλή Καλαμίτσι και Γκομπλάρι (Μυρσίνα).

Ο διοικητής του Αποσπάσματος Ευζώνων (1ο και 4ο Τάγματα Ευζώνων) συνταγματάρχης Μηχανικού Στέφανος Γεννάδης, στον οποίο οι τουρκικές αρχές των Γρεβενών παρέδωσαν την εξουσία στις 15 Οκτωβρίου, διόρισε την επομένη της απελευθέρωσης ως δήμαρχο Γρεβενών το δικηγόρο Νικόλαο Κουσίδη και μέλη του δημοτικού Συμβουλίου τους Σπύρο Ευθυμιάδη (δικηγόρο), Νικόλαο Ζαμκίνο (δικηγόρο), Δημήτριο Μπούσιο (αδελφό Γ. Μπούσιου), Κωνσταντίνο Ζαρκοδήμο (έμπορο), Καζαφέρ εφένδη και Ζομπέρ εφένδη.

Κλήθηκε αυθημερόν στο Δημαρχείο ο προηγούμενος Οθωμανός δήμαρχος Βεχίπ εφένδης και έγινε παράδοση και παραλαβή καθηκόντων. Στις 17 Οκτωβρίου ολοκληρώθηκε η σύνθεση του Δημοτικού Συμβουλίου με το διορισμό του Αθανασίου Ηλία και του Οθωμανού Κιαμήλ Χαμήτ εφένδη. Δημαρχιακός γιατρός διορίστηκε ο Αλέξης Παπαλεξίου. Παρατηρούμε ότι το Δημοτικό Συμβούλιο περιλάμβανε και 3 Οθωμανούς, γεγονός που σημαίνει ότι το 30% περίπου του πληθυσμού της πόλης ήταν μουσουλμάνοι.

Με το Βασιλικό Διάταγμα της 31 Μαρτίου/1 Απριλίου 1915, και με κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη, η επαρχία Γρεβενών μεγάλωσε σε έκταση και πληθυσμό, γιατί υπήχθησαν σ’ αυτή η επαρχία Ανασελίτσας (Βοΐου) και τα τέως υπαγόμενα στην επαρχία Ελασσόνας χωριά Δεσκάτη, Άγιος Γεώργιος, Διασελλάκι (Σέλισμα), Παρασκευή, Γήλοφος (Παλαιά Τσούκα), Λουτρός, Κρανιά Δεσκάτης, Δασοχώρι (Πιτσούγγια) και Άκρη (Μπεσιριτσιά).

Με την εγκατάσταση της Προσωρινής Κυβέρνησης του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, στις 26 Σεπτεμβρίου 1916, η επαρχία Ανασελίτσας αποσπάστηκε από τα Γρεβενά, λόγω προσχώρησης στο βενιζελικό κίνημα. Τα Γρεβενά είχαν ταχθεί τότε με το μέρος της φιλοβασιλικής παράταξης.

Στις 17 Νοεμβρίου 1916 έχουμε κατάληψη της πόλης Γρεβενών από τους Γάλλους, στο πλαίσιο υλοποίησης της ουδέτερης ζώνης, ανάμεσα στα κράτη Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Η ζώνη αυτή πλάτους 5-7 χιλιομέτρων, που άρχιζε από την Κόνιτσα και κατέληγε στο Λιτόχωρο, στην πραγματικότητα αποτελούσε προέκταση του κράτους της Θεσσαλονίκης, διότι για τη δημιουργία της δεσμεύτηκαν μόνο εδάφη της κυβέρνησης των Αθηνών και κατά δεύτερο λόγο, διότι η πολιτική που εφάρμοσαν τα γαλλικά στρατεύματα εντός αυτής ήταν φανερά και απροσχημάτιστα φιλοβενιζελική.

Με την είσοδο των γαλλικών στρατευμάτων στην πόλη μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στο Κηπουριό η Υποδιοίκηση (Επαρχείο), η Αστυνομική Υποδιεύθυνση, το Ταχυδρομείο, η Επιθεώρηση της Δημοτικής Εκπαίδευσης και οι Οικονομικές Υπηρεσίες. Το Πρωτοδικείο με την Εισαγγελία μεταφέρθηκαν στη Δεσκάτη.

Στις αρχές Δεκεμβρίου 1916, συνελήφθη από τους Γάλλους ο δήμαρχος Γρεβενών Κωνσταντίνος Ζαρκοδήμος, φυλακίστηκε και εξορίστηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης της Γαλλίας.

Στις 4 Ιανουαρίου 1917 συνελήφθη ο μητροπολίτης Αιμιλιανός Δάγγουλας, μετά από μήνυση ρουμανίζοντος, και φυλακίστηκε στη Θεσσαλονίκη με την κατηγορία ότι επέτρεψε να ψάλλουν στο μητροπολιτικό ναό Γρεβενών το «Πολυχρόνιο», όπως γινόταν εθιμοτυπικά κάθε χρόνο.

Για τον Εθνικό Διχασμό και τα έκτροπα των Γάλλων εις βάρος των κατοίκων της επαρχίας Γρεβενών έχουν γραφεί αρκετά στο βιβλίο μου «Ο Εθνικός Διχασμός και η Γαλλική Κατοχή (1915-1920)», για το οποίο σχετική παρουσίαση έγινε και από το «γεφύρι» στο τεύχος 19 (Μαΐου 2008). Επειδή τα θέματα αυτά αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο με πολλές σελίδες δεν είναι δυνατόν να συμπεριληφθούν στο παρόν άρθρο.

Τον Ιανουάριο του 1919, και ενώ η χώρα ζούσε ακόμη υπό την επήρεια του Εθνικού Διχασμού, τα Γρεβενά υποβαθμίστηκαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου σε Κοινότητα, χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι υπήρχαν σ’ αυτά έπαρχος, Πρωτοδικείο, όλες οι δημόσιες υπηρεσίες και έδρα Μητροπόλεως. Και, αφού παρέμειναν επί 25 χρόνια ως Κοινότητα, αναγνωρίστηκαν σε Δήμο με το Διάταγμα της 20ης Μαρτίου 1944 της κατοχικής κυβέρνησης Κ. Λογοθετόπουλου.

Δήμαρχοι της πόλης των Γρεβενών μέχρι το 1922

(1) Νικόλαος Κουσίδης, δικηγόρος και έμπορος. Ανέλαβε δήμαρχος την επομένη της απελευθέρωσης (16.10.1912). Παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα στη θέση του, διότι τον Ιανουάριο του 1913 διορίστηκε υποδιοικητής (έπαρχος) Ανασελίτσας (Βοΐου), με έδρα τη Σιάτιστα και τη θέση του δημάρχου Γρεβενών κατέλαβε ο αντιδήμαρχος Κωνσταντίνος Ζαρκοδήμος.

(2) Κωνσταντίνος Ζαρκοδήμος, έμπορος. Ανέλαβε τον Ιανουάριο του 1913 μετά το διορισμό του Κουσίδη ως υποδιοικητή Ανασελίτσας. Στις αρχές Δεκεμβρίου 1916, μετά από εισήγηση των βενιζελικών και ρουμανιζόντων των Γρεβενών, απομακρύνθηκε βιαίως από τη θέση του από το Γάλλο στρατιωτικό διοικητή Γρεβενών, φυλακίστηκε στην Κοζάνη και εξορίστηκε σε στρατόπεδο κρατουμένων της Γαλλίας, με την κατηγορία ότι ήταν φιλοβασιλικός. Επέστρεψε στα Γρεβενά μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

(3) Γεώργιος Βασιλάκης, δικηγόρος. Τοποθετήθηκε δήμαρχος από τα γαλλικά στρατεύματα (με υπόδειξη των βενιζελικών), μόλις απομακρύνθηκε από τη θέση του ο Ζαρκοδήμος.

(4) Αλέξιος Παπαλεξίου, γιατρός, δήμαρχος και μετά κοινοτάρχης. Διορίστηκε δήμαρχος από την κυβέρνηση Βενιζέλου τον Αύγουστο του 1917. Την 1 Ιανουαρίου 1919 τα Γρεβενά υποβαθμίστηκαν σε Κοινότητα και ο δήμαρχος ονομάστηκε κοινοτάρχης. Ο Παπαλεξίου αντικαταστάθηκε μετά την ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων στις εκλογές της 1 ης Νοεμβρίου 1920.

(5) Κωνσταντίνος Ζαρκοδήμος. Διορίστηκε στη θέση του κοινοτάρχη από την αντιβενιζελική κυβέρνηση Δ. Ράλλη μετά το Δεκέμβριο του 1920.

Eπαρχοι Γρεβενών από την απελευθέρωση μέχρι το 1922.

Ο πρώτος διοικητικός επίτροπος (έπαρχος) Γρεβενών μετά την απελευθέρωση ήταν ο Αναστάσιος Ζαβιτσιάνος. Οι έπαρχοι που υπηρέτησαν στα Γρεβενά μέχρι το 1922 κατά χρονολογική σειρά ήταν: Παναγιώτης Γαρδίκης, Γεώργιος Μόδης, Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, Πέτρος Ζωγράφος, Πέτρος Σαλιβαράς, Εμμανουήλ Διαλλινάς και Γεώργιος Κατσέλης. Από αυτούς ο Εμμανουήλ Κωνσταντίνου, από τη Χαλκιδική, συνελήφθη από τους Γάλλους στις 3 Μαρτίου 1917 στο Κηπουριό, όπου είχε μεταφερθεί η έδρα της υποδιοίκησης Γρεβενών, φυλακίστηκε στην Κοζάνη και εξορίστηκε στο γαλλικό Στρατόπεδο Μυτιλήνης. Στο ίδιο στρατόπεδο εξορίστηκαν και τα αδέλφια Περικλής και Χρήστος Λαδάς με άλλους επτά Γρεβενιώτες. Υπενθυμίζεται ότι ο Περικλής ήταν ο πατέρας του Αλέκου Λαδά, βουλευτή του Λαϊκού Κόμματος και της ΕΡΕ και του Στέφανου Λαδά, διακεκριμένου δικηγόρου των Η.Π.Α. και αποφοίτου του Χάρβαρντ.

Η κατάληψη της πόλης των Γρεβενών από το λοχαγό Μπεκήρ

Μετά την απελευθέρωση των Γρεβενών το Απόσπασμα Γεννάδη προχώρησε βορειότερα και στις 17 Οκτωβρίου 1912 κατέλαβε τον Άγιο Γεώργιο (Τσούρχλι) και στη συνέχεια ολόκληρη την επαρχία Ανασελίτσας (Βοΐου), τρέποντας σε φυγή το λοχαγό Μπεκήρ αγά με τους 500 άνδρες που είχε υπό τις διαταγές του. Ο Μπεκήρ υποχωρώντας κατέφυγε στην Καστοριά.

Ο Γεννάδης, μετά την εκδίωξη των Τούρκων από τα Γρεβενά και τη Νεάπολη, εγκατέστησε στις δύο αυτές πόλεις μικρή φρουρά για εσωτερική ασφάλεια και οι μονάδες του ενώθηκαν με τη δύναμη της Κοζάνης, για να καλυφθεί η αριστερή πτέρυγα του Στρατού Θεσσαλίας, που ενεργούσε για την κατάληψη της Θεσσαλονίκης.

Ο Μπεκήρ αγάς πληροφορήθηκε για τη μικρή δύναμη που υπήρχε στα Γρεβενά και τη Νεάπολη και σκέφθηκε ότι ήταν ευκαιρία να επιτεθεί αιφνιδιαστικά, να τις καταλάβει προσωρινά, να προκαλέσει σύγχυση στα μετόπισθεν του ελληνικού Στρατού και να τις λαφυραγωγήσει.

Τη νύχτα της 3 ης Νοεμβρίου ο Μπεκήρ με τους 1.500 Τουρκαλβανούς και τα δύο πυροβόλα προσέβαλε την φρουρά των Γρεβενών (ένα λόχο 100 ανδρών του 24 Συντάγματος) και τα εθελοντικά σώματα των Κρητών. Οι Τούρκοι εισήλθαν στην πόλη και προέβησαν σε λεηλασίες σπιτιών και καταστημάτων και έκαψαν τα σπίτια των προκρίτων. Μόλις τελείωσε το «πλιάτσικο» που αποτελούσε και το κυριότερο κίνητρο κατάληψης της πόλης και αντιλήφθηκαν ότι πλησίαζε ο ελληνικός Στρατός από διάφορες κατευθύνσεις, εγκατέλειψαν τα Γρεβενά τη νύχτα 5/6 Νοεμβρίου.

Μερικά πληροφοριακά στοιχεία για την πόλη των Γρεβενών

Στον Αλιάκμονα δεν υπήρχε γέφυρα, για να μεταβεί κάποιος από τα Γρεβενά στα 23 χωριά των Βεντζίων και αντίστροφα. Για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα αυτό υπήρχε στη θέση Γκουστόμ (Πόρος), το αποκαλούμενο Πορθμείο (καράβι), το οποίο χρησίμευε για τη διέλευση πεζών και ζώων και ήταν ιδιοκτησίας του Δήμου Γρεβενών.

Ως Διοικητήριο (Επαρχείο) χρησιμοποιήθηκε, από το Φεβρουάριο του 1914, η τριώροφη οικία του Ιμπραήμ εφένδη Ετεέμ Κονιτσιώτη στη συνοικία «Παζάρ- Μαχαλά).

Για την απονομή της δικαιοσύνης προβλέπονταν για τα Γρεβενά η σύσταση Πρωτοδικείου και τεσσάρων Ειρηνοδικείων. Το Πρωτοδικείο αυτό, το οποίο υπαγόταν στο Εφετείο της Λάρισας, είχε υπό τη δικαιοδοσία του τις περιφέρειες των Ειρηνοδικείων Γρεβενών, Ζουπανίου (Πενταλόφου), Κρανιάς και Δεσκάτης.

Οι Δημόσιες Υπηρεσίες που είχαν επανδρωθεί και λειτουργούσαν από τον Απρίλιο – Μάιο του 1914 ήταν: η Οικονομική Εφορία, το Δασαρχείο και το Ταχυδρομικό Γραφείο.

Το Νοέμβριο του 1912 συστάθηκε η Αστυνομική Υποδιεύθυνση Γρεβενών, η οποία υπαγόταν στην Αστυνομική Διεύθυνση Κοζάνης.

Στις 31 Μαΐου 1915 διεξήχθησαν βουλευτικές εκλογές στις οποίες συμμετείχαν για πρώτη φορά και οι Νέες Χώρες με 134 βουλευτές επί συνόλου 316. Τις εκλογές αυτές τις κέρδισε το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στο Νομό Κοζάνης, μία από τις επαρχίες του οποίου ήταν και τα Γρεβενά, εκλέχτηκαν 11 βουλευτές, όλοι της αντιπολίτευσης. Από αυτούς Γρεβενιώτες ήταν ο Γεώργιος Μπούσιος και ο Σπύρος Ευθυμιάδης.

Στις 3 Ιουνίου 1922 (ημέρα Παρασκευή) έγιναν τα αποκαλυπτήρια της προτομής του εθνομάρτυρα μητροπολίτη Αιμιλιανού. Η τελετή άρχισε στις 4 μ.μ. και παρέστησαν όλες οι αρχές της πόλης με επικεφαλής τον υποδιοικητή (έπαρχο) Γρεβενών Γεώργιο Κατσέλη. Στην ιεροτελεστία χοροστάτησε ο μητροπολίτης Γρεβενών. Εκφώνησαν λόγο ο Σπύρος Ευθυμιάδης (πρώην βουλευτής), ο Ιωάννης Παπαναστασίου (διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου) και ο γιατρός Αλέξανδρος Βασιλόπουλος.

Γυμνάσιο και δημοτικά σχολεία

Τα Γρεβενά την περίοδο της τουρκοκρατίας δεν είχαν γυμνάσιο και για να συνεχίσει κάποιος μετά το δημοτικό τις γυμνασιακές του σπουδές έπρεπε να παρακολουθήσει μαθήματα στα γυμνάσια των ομόρων περιφερειών, όπως Τσοτιλίου, Σιάτιστας, Κοζάνης και Τρικάλων. Αυτή τη δυνατότητα την είχαν κυρίως τα παιδιά των εύπορων οικογενειών.

Το σχολικό έτος 1914-15 λειτούργησε στα Γρεβενά για πρώτη φορά ημιγυμνάσιο με μία μόνο τάξη (πρώτη) και έξι μαθητές.

Τον Οκτώβριο του 1915 προστέθηκε και δεύτερη τάξη εξαταξίου γυμνασίου και το σχολικό έτος 1916-1917 προστέθηκαν άλλες δύο τάξεις (τρίτη και τετάρτη). Τα επόμενα δύο σχολικά έτη προστέθηκαν η 5η και 6η τάξη αντίστοιχα, οπότε το 1920 οι μαθητές μπορούσαν να ολοκληρώσουν τις γυμνασιακές τους σπουδές μέσα στην πόλη, χωρίς να χρειάζεται μετακίνηση σε άλλα γυμνάσια της χώρας.

Το 1913 λειτουργούσαν στην πόλη τα εξής σχολεία:

  • Πεντατάξιο δημοτικό σχολείο αρρένων.
  • Τριτάξιο δημοτικό σχολείο θηλέων.
  • Νηπιαγωγείο.
  • Γραμματοδιδασκαλείο στη συνοικία Βαρόσι.
  • Μουσουλμανικό σχολείο.
  • Μικτό ρουμανικό δημοτικό σχολείο στη θέση που βρίσκεται σήμερα το μέγαρο της Ι. Μητρόπολης. Στο χώρο αυτό υπήρχε και μια μικρή ρουμανική εκκλησία.

Αναδημοσίευση  από : grevenanews, gefiri.gr
Πρώτη δημοσίευση ΧΡΟΝΙΚΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΒΗΤΤΟΥ Υποστρατήγου ε.α.

This entry was posted on Κυριακή, Οκτώβριος 13th, 2013 at 08:52 and is filed under ΓΡΕΒΕΝΑ, ΔΕΣΚΑΤΗ. You can follow any responses to this entry through the RSS 2.0 feed. You can skip to the end and leave a response. Pinging is currently not allowed.

Leave a Reply

Do NOT follow this link or you will be banned from the site!